Πολλοί άνθρωποι παρατηρούν ότι στις σχέσεις τους επαναλαμβάνονται παρόμοια μοτίβα.
Ίσως νιώθουν έντονη ανάγκη για εγγύτητα και επιβεβαίωση ή, αντίθετα, δυσκολεύονται να πλησιάσουν πραγματικά τον άλλον. Συχνά αυτά τα μοτίβα προκαλούν σύγχυση ή αυτοκριτική: «Γιατί μου συμβαίνει πάλι το ίδιο;».
Η ψυχοβιολογία της προσκόλλησης μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι οι πρώτες μας εμπειρίες σχέσης αφήνουν βαθιά αποτυπώματα στο νευρικό μας σύστημα.
Οι αλληλεπιδράσεις με τους φροντιστές μας κατά την παιδική ηλικία λειτουργούν σαν blueprints (εσωτερικά πρότυπα) που καθοδηγούν ασυνείδητα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εγγύτητα, την ασφάλεια και τη σύνδεση.
Όταν η φροντίδα ήταν σταθερή και προβλέψιμη, το σώμα μαθαίνει ότι η σχέση ισοδυναμεί με ασφάλεια.
Όταν όμως υπήρχε αστάθεια, συναισθηματική απόσταση ή υπερφόρτιση, το νευρικό σύστημα μπορεί να καταγράψει τη σχέση ως πηγή έντασης ή κινδύνου.
Ένα παράδειγμα:
Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί βαθιά τη σύνδεση, αλλά μόλις η σχέση γίνει πιο στενή, να αισθάνεται δυσφορία ή ανάγκη απόσυρσης.
Ένας άλλος μπορεί να νιώθει έντονο άγχος όταν ο σύντροφός του απομακρύνεται έστω και προσωρινά.
Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι συνειδητές επιλογές. Είναι αυτόματες απαντήσεις του νευρικού συστήματος που προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του.
Συχνά, το σώμα αναζητά αυτό που του είναι οικείο, ακόμη κι αν αυτό περιλαμβάνει ένταση. Η «οικειότητα» δεν ταυτίζεται πάντα με την ασφάλεια.
Η αξία της Βιοθυμικής προσέγγισης:
Στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία, δεν επιχειρούμε να αλλάξουμε τα μοτίβα μέσω πίεσης ή αυτοελέγχου.
Δημιουργούμε έναν ασφαλή χώρο όπου το νευρικό σύστημα μπορεί σταδιακά να βιώσει νέες εμπειρίες σύνδεσης.
Μέσα από τη θεραπευτική σχέση, ο άνθρωπος αρχίζει να αναπτύσσει μια εσωτερική αίσθηση ασφάλειας.
Όταν αυτή η αίσθηση εδραιωθεί, οι σχέσεις παύουν να βιώνονται ως απειλή και μπορούν να γίνουν χώρος επαφής, οικειότητας και επιλογής.
Η αλλαγή δεν έρχεται επειδή «προσπαθούμε περισσότερο», αλλά επειδή το σώμα μαθαίνει ότι η σύνδεση μπορεί να είναι ασφαλής.