Για πολλά χρόνια επικρατούσε η αντίληψη ότι ο εγκέφαλος του ενήλικα είναι στατικός και αμετάβλητος. Ότι οι εμπειρίες της ζωής «χαράζουν» μόνιμα τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και αντιδρούμε.
Σήμερα, η νευροεπιστήμη έχει αναδείξει μια διαφορετική πραγματικότητα: ο εγκέφαλος διαθέτει τη φυσική ικανότητα να αναδιοργανώνεται. Αυτή η ιδιότητα ονομάζεται νευροπλαστικότητα.
Η νευροπλαστικότητα σημαίνει ότι οι νευρωνικές συνδέσεις δεν είναι σταθερές. Ενισχύονται, αποδυναμώνονται ή αναδιαμορφώνονται ανάλογα με τις εμπειρίες που βιώνουμε.
Κάθε φορά που αντιδρούμε με άγχος ή φόβο, ενεργοποιούμε ένα ήδη γνωστό νευρωνικό μονοπάτι. Όσο πιο συχνά το χρησιμοποιούμε, τόσο πιο αυτόματο γίνεται.
Το ίδιο ισχύει όμως και για την ηρεμία, τη ρύθμιση και την αίσθηση ασφάλειας.
Ο εγκέφαλος μπορεί να μάθει νέους τρόπους αντίδρασης, αρκεί να βιώσει νέες, διαφορετικές εμπειρίες.
Ένα παράδειγμα:
Φανταστείτε ένα μονοπάτι μέσα σε ένα δάσος. Όσο περισσότερο περπατιέται, τόσο πιο καθαρό γίνεται. Αν όμως αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε μια άλλη διαδρομή, το παλιό μονοπάτι σταδιακά καλύπτεται.
Με τον ίδιο τρόπο, οι παλιές συναισθηματικές αντιδράσεις μπορούν να ατονήσουν όταν δεν τροφοδοτούνται πια από την ίδια ένταση.
Η αξία της Βιοθυμικής προσέγγισης:
Στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία, η νευροπλαστικότητα δεν αντιμετωπίζεται ως θεωρητική έννοια, αλλά ως ζωντανή διαδικασία.
Ο στόχος δεν είναι να «σκεφτούμε αλλιώς», αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε το νευρικό σύστημα να βιώσει νέες εμπειρίες ασφάλειας και σταθερότητας.
Όταν αυτές οι εμπειρίες επαναληφθούν μέσα σε ένα ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο, ο εγκέφαλος αρχίζει να οργανώνεται διαφορετικά.
Η αλλαγή δεν προκύπτει από προσπάθεια ή αυτοέλεγχο, αλλά από μια φυσική επαναμάθηση.