Ο όρος «Ύπνωση» συχνά συνοδεύεται από παρανοήσεις και εικόνες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται ότι θα χάσουν τον έλεγχο ή ότι θα «κοιμηθούν» χωρίς επίγνωση.
Στην πραγματικότητα, η Κλινική Ύπνωση που χρησιμοποιείται στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις αντιλήψεις.

Η Κλινική Ύπνωση είναι μια κατάσταση εστιασμένης προσοχής, κατά την οποία ο εξωτερικός θόρυβος μειώνεται και ο άνθρωπος μπορεί να στραφεί πιο καθαρά προς την εσωτερική του εμπειρία.
Δεν πρόκειται για ύπνο, ούτε για απώλεια ελέγχου. Ο θεραπευόμενος παραμένει παρών, σε επαφή με τον εαυτό του και με πλήρη επίγνωση όσων συμβαίνουν.

Σε αυτή την κατάσταση, ο «λογικός κριτής» χαλαρώνει προσωρινά, επιτρέποντας στο συναισθηματικό σύστημα να εκφραστεί με μεγαλύτερη ελευθερία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς πολλές συναισθηματικές εμπειρίες έχουν καταγραφεί πριν από την ανάπτυξη της γλώσσας ή της λογικής σκέψης.

Ένα παράδειγμα:
Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει λογικά ότι μια κατάσταση δεν είναι απειλητική, αλλά το σώμα του συνεχίζει να αντιδρά με άγχος ή ένταση.
Μέσα στην κατάσταση της Κλινικής Ύπνωσης, δεν προσπαθούμε να «πείσουμε» το συναίσθημα. Δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε το ίδιο το νευρικό σύστημα να επεξεργαστεί την εμπειρία με ασφάλεια.

Η συναισθηματική μάθηση, σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται πιο εύπλαστη. Το σώμα μπορεί να «ενημερωθεί» ότι αυτό που κάποτε καταγράφηκε ως απειλή, δεν ισχύει πλέον στο παρόν.

Η αξία της Βιοθυμικής προσέγγισης:
Στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία, η Κλινική Ύπνωση δεν χρησιμοποιείται για να δοθούν εντολές ή να επιβληθούν αλλαγές. Αντίθετα, αποτελεί ένα εργαλείο που διευκολύνει τη βιωματική επεξεργασία και τη συναισθηματική αποφόρτιση.

Η διαδικασία προσαρμόζεται πάντα στις ανάγκες, τα όρια και τον ρυθμό του κάθε ανθρώπου.
Όταν το άτομο νιώσει ασφάλεια, οι εμπειρίες μπορούν να αναδυθούν φυσικά και να επεξεργαστούν χωρίς πίεση.

Αφήστε μια απάντηση