Πολλοί άνθρωποι βιώνουν έντονα συναισθήματα χωρίς να μπορούν να εντοπίσουν μια συγκεκριμένη ανάμνηση που να τα εξηγεί.
Ξαφνικό άγχος, ανεξήγητη μελαγχολία, φόβος ή ένταση εμφανίζονται χωρίς προφανή λόγο.
Συχνά γεννιέται η σκέψη:
«Γιατί νιώθω έτσι αφού δεν θυμάμαι κάτι κακό;»
Η απάντηση βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερο είδος μνήμης που λειτουργεί πέρα από τις λέξεις και τις εικόνες: την άδηλη (implicit) μνήμη.
Τι είναι η άδηλη μνήμη
Σε αντίθεση με τη δηλωτική μνήμη, που μας επιτρέπει να θυμόμαστε γεγονότα, πρόσωπα και ημερομηνίες, η άδηλη μνήμη αποθηκεύει εμπειρίες με τη μορφή αισθήσεων, κινήσεων και συναισθηματικών αντιδράσεων.
Είναι η μνήμη που μας επιτρέπει να οδηγούμε ποδήλατο χωρίς να σκεφτόμαστε τις κινήσεις μας.
Είναι όμως και η μνήμη που καταγράφει τις πρώιμες εμπειρίες μας, πολύ πριν αποκτήσουμε γλώσσα και λογική σκέψη.
Σε στιγμές έντονου στρες ή τραύματος, ο λογικός εγκέφαλος συχνά αδυνατεί να επεξεργαστεί πλήρως την εμπειρία.
Τότε, η καταγραφή πραγματοποιείται κυρίως στο συναισθηματικό σύστημα, με τη μορφή σωματικών και συναισθηματικών καταγραφών.
Όταν η μνήμη δεν έχει λέξεις
Ένα βρέφος που νοσηλεύεται μακριά από τη μητέρα του, ένα μικρό παιδί που βιώνει έντονο φόβο, έναν αποχωρισμό ή μια αίσθηση εγκατάλειψης, δεν διαθέτει τα μέσα να αποθηκεύσει αυτή την εμπειρία ως «ιστορία».
Ωστόσο, το νευρικό του σύστημα καταγράφει την αίσθηση:
την απουσία ασφάλειας, το άγχος, τη μοναξιά.
Αργότερα, ως ενήλικας, αυτός ο άνθρωπος μπορεί να βιώνει έντονη ανησυχία όταν μια σχέση γίνεται ασταθής ή όταν κάποιος καθυστερεί να απαντήσει σε ένα μήνυμα.
Λογικά γνωρίζει ότι δεν κινδυνεύει.
Όμως, το σώμα του αντιδρά σαν να απειλείται από απώλεια ή εγκατάλειψη. Δεν πρόκειται για υπερβολή ή αδυναμία.
Πρόκειται για μια μνήμη που δεν έχει λέξεις, αλλά έχει ισχυρό βιολογικό αποτύπωμα.
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητα
Οι άδηλες μνήμες ενεργοποιούνται συχνά από ερεθίσματα που μοιάζουν, έστω και αμυδρά, με τις αρχικές εμπειρίες:
έναν τόνο φωνής, ένα βλέμμα, μια σιωπή, μια αίσθηση στο σώμα.
Τότε, ο οργανισμός αντιδρά αυτόματα, πριν προλάβει να παρέμβει η σκέψη.
Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει φόβο, θλίψη ή απόσυρση χωρίς να καταλαβαίνει την πηγή.
Αυτές οι αντιδράσεις δεν ανήκουν στο παρόν.
Ανήκουν σε ένα παρελθόν που το σώμα δεν έχει ακόμη επεξεργαστεί.
Η θεραπευτική προσέγγιση στη Βιοθυμική
Στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία, η θεραπεία δεν περιορίζεται στην αναζήτηση αναμνήσεων ή ιστοριών.
Η προσοχή στρέφεται κυρίως στις σωματικές αισθήσεις και στις συναισθηματικές αντιδράσεις του παρόντος.
Σε ένα πλαίσιο ασφάλειας και σεβασμού του ρυθμού του ανθρώπου, το σώμα ενθαρρύνεται να «μιλήσει» με τον τρόπο που γνωρίζει:
μέσα από την αίσθηση, την αναπνοή, την ένταση ή τη χαλάρωση.
Όταν εντοπιστεί η παλιά καταγραφή, το νευρικό σύστημα αποκτά τη δυνατότητα να την επεξεργαστεί και να την ολοκληρώσει.
Σταδιακά, οι αυτόματες αντιδράσεις χάνουν τη δύναμή τους.
Το όφελος για τον άνθρωπο
Με τον χρόνο, οι σημερινές καταστάσεις παύουν να ενεργοποιούν παλιούς συναγερμούς.
Οι αντιδράσεις γίνονται πιο ήπιες, οι σχέσεις πιο σταθερές, το σώμα πιο ήρεμο.
Ο άνθρωπος αρχίζει να βιώνει μια νέα αίσθηση ελευθερίας:
ότι δεν χρειάζεται πια να καθοδηγείται από εμπειρίες που δεν θυμάται αλλά που τον επηρέαζαν για χρόνια.
Η θεραπεία, σε αυτή την προσέγγιση, δεν αποσκοπεί στο να «σβήσει» το παρελθόν.
Αποσκοπεί στο να επιτρέψει στο σώμα να ολοκληρώσει αυτό που κάποτε έμεινε ανοιχτό.
Στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία, αυτή η εργασία υποστηρίζεται μέσα από την Κλινική Ύπνωση, η οποία επιτρέπει την επεξεργασία μνημών που δεν έχουν λέξεις.