Πολλοί άνθρωποι δοκιμάζουν θετικές δηλώσεις για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους:
«Αξίζω», «είμαι ικανός», «όλα θα πάνε καλά».
Κι όμως, συχνά παρατηρούν ότι λίγη ώρα μετά, το άγχος ή η αμφιβολία επιστρέφουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θετικές σκέψεις είναι άχρηστες. Αντίθετα, αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο για τον νου. Ωστόσο, οι βαθύτερες συναισθηματικές μας πεποιθήσεις δεν διαμορφώνονται στο επίπεδο της σκέψης, αλλά στο επίπεδο της εμπειρίας.

Οι θετικές δηλώσεις απευθύνονται κυρίως στον Προμετωπιαίο Φλοιό, το τμήμα του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη λογική και τη γλώσσα.
Οι βασικές μας πεποιθήσεις όμως – «είμαι ασφαλής», «είμαι αποδεκτός», «αξίζω» – έχουν σχηματιστεί στο Λιμβικό Σύστημα, το οποίο λειτουργεί βιωματικά και όχι λεκτικά.

Όταν αυτά τα δύο επίπεδα δεν είναι εναρμονισμένα, η λογική μπορεί να προσπαθεί να καθησυχάσει, ενώ το σώμα συνεχίζει να αντιδρά με φόβο ή ένταση.

Ένα παράδειγμα:
Ένας άνθρωπος με φόβο για τα αεροπλάνα μπορεί να γνωρίζει απόλυτα ότι στατιστικά είναι ασφαλή. Η σκέψη του το αποδέχεται.
Όμως, τη στιγμή της απογείωσης, το σώμα του ενεργοποιεί ταχυκαρδία, δύσπνοια και πανικό. Δεν πρόκειται για έλλειψη λογικής, αλλά για μια παλιά συναισθηματική εγγραφή που ενεργοποιείται αυτόματα.

Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με την αυτοεκτίμηση, τις σχέσεις ή την έκθεση.

Η αξία της Βιοθυμικής προσέγγισης:
Στη Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία δεν προσπαθούμε να αντικαταστήσουμε τις σκέψεις, αλλά να δημιουργήσουμε νέες βιωματικές εμπειρίες ασφάλειας και αξίας.
Όταν το νευρικό σύστημα βιώσει ξανά την αίσθηση της σταθερότητας και της αποδοχής, οι θετικές σκέψεις παύουν να είναι προσπάθεια και αρχίζουν να αναδύονται φυσικά.

Η αλλαγή δεν έρχεται επειδή «πειστήκαμε» λογικά, αλλά επειδή το σώμα μας έμαθε κάτι καινούριο.
Και όταν το συναίσθημα και η σκέψη αρχίσουν να συνεργάζονται, η εσωτερική ηρεμία γίνεται σταδιακά μια αυθεντική εμπειρία ζωής.

Σε καταστάσεις εστιασμένης προσοχής, η συναισθηματική μάθηση γίνεται πιο εύπλαστη, επιτρέποντας την εναρμόνιση σκέψης και βιώματος.

Αφήστε μια απάντηση